Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Καλό ταξίδι κύριε Μπόουι

Ήταν μεγάλο το σοκ. Τρεις μέρες μετά την κυκλοφορία ενός άλμπουμ που ήταν γεγονός σε όλα τα μέσα του κόσμου και ανέβηκε σαν αστραπή στο νούμερο ένα της Αγγλίας και στο νούμερο δύο της Αμερικής, η είδηση του θανάτου του Ντέιβιντ Μπόουι (και όχι Μπάουι, ήταν απ’ το Μπρίξτον, όχι απ’ το Μπρονξ) ακουγόταν σαν μια καλοστημένη φάρσα για να κάνει ακόμα πιο μεγάλη επιτυχία...

Δυστυχώς, το επιβεβαίωσε ο γιος του, Duncan Jones, στο twitter και η γραπτή ανακοίνωση στα επίσημα social media του: «Ο Ντέιβιντ Μπόουι πέθανε ήρεμα σήμερα περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του, μετά από θαρραλέα, 18μηνη μάχη με τον καρκίνο».    
Από πού να ξεκινήσεις και τι να πρωτογράψεις για τον Ντέιβιντ Μπόουι; Ήταν τόσο ταλαντούχος, πολύπλευρος, κυριολεκτικά «άνθρωπος χαμαιλέοντας» και τόσο δημιουργικός που είναι αδύνατο να καταφέρεις να χωρέσεις όσα έκανε σε ένα κείμενο.   

Ο Ντέιβιντ Μπόουι είχε κάνει κυριολεκτικά τα πάντα στη μουσική, ήταν fashion icon, ήταν ο άνθρωπος που επηρέασε τρεις γενιές μουσικών σε όλο το φάσμα της ροκ και της ποπ, αυτός που έβαλε ψήγματα μέταλ στα κομμάτια του την εποχή που το μέταλ ήταν ακόμα στα σπάργανα, που έγινε ο πρώτος γκλαμ σταρ, που έγινε η πιο διάσημη ανδρόγυνη φιγούρα της ροκ με τον Ziggy Stardust, που έκανε επιτυχία το art rock, που τραγούδησε σόουλ, που έγινε πανκ, που η χορευτική ποπ του πιο πετυχημένου δίσκου της καριέρας του στις αρχές των ’80s, του Let’s Dance, καθόρισε την αγγλική ποπ και επηρέασε τους Duran Duran και τον Boy George, που έκανε electronica και πειραματίστηκε ακόμα και με το drum 'n 'bass, που έφτιαξε σκληρό ροκ και με έναν μοναδικό τρόπο ήταν μπροστά από την εποχή του για τρεις τουλάχιστον δεκαετίες. Και ήταν παρών με κάθε μορφής καλλιτεχνική δράση για πάνω από πενήντα χρόνια. 

"Αυτό που θέλω να αναφέρω είναι οι ανατριχιαστικές οι διαστάσεις που αποκτάει σήμερα το Blackstar όταν αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός ο άνθρωπος που έζησε ως καλλιτέχνης, πέθανε επίσης ως καλλιτέχνης, μεγαλειωδώς. Κανείς από όσους είδαν το βίντεο ή άκουσε τα κομμάτια δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι όταν τα έφτιαξε ήξερε ότι το τέλος του ήταν κοντά και όλα τα σουρεαλιστικά και ακαταλαβίστικα των στίχων δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας μεγάλος αποχαιρετισμός. Ξανακούγοντας τώρα τα κομμάτια καταλαβαίνει ότι όλα έχουν μια αναφορά στον θάνατο, και τα 7".

Ήταν ο εξωγήινος που αναζητάει βοήθεια για τον πλανήτη του που πεθαίνει και ψάχνει την αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους στο The Man Who Fell to Earth του Νίκολας Ρεγκ, ο ζιγκολό στο Just a Gigolo δίπλα στην Μάρλεν Ντίτριχ (στον τελευταίο ρόλο της), ο φυλακισμένος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης των Γιαπωνέζων στο Merry Christmas Mr. Lawrence, ο Πόντιος Πιλάτος στον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορτσέζε, o Jareth ο βασιλιάς των Goblin στον Λαβύρινθο του Jim Henson. Και μόνο οι ρόλοι του στο σινεμά θα αρκούσαν να περάσει στην ποπ μυθολογία. 

Το 1998 έγινε ο πρώτος ροκ σταρ που δημιούργησε πάροχο υπηρεσιών στο ίντερνετ, το BowieNet, ενώ στα '80s έκανε μια θεατρική εμφάνιση ως Elephant Man στο Μπρόντγουεϊ με πολύ καλές κριτικές. 
Το πραγματικό όνομα του Ντέιβιντ Μπόουι ήταν David Robert Jones και είχε γεννηθεί στις 8 Ιανουαρίου του 1947 στο Μπρίξτον του Λονδίνου. Γιος μιας σερβιτόρας και ενός υπαλλήλου σε μεγάλη εταιρία, ξεχώρισε από νωρίς στο σχολείο ως χαρισματικό παιδί και στα 9 του είχε εντυπωσιάσει τους δασκάλους του με τις χορευτικές του ικανότητες. 

Από πολύ μικρός λάτρεψε τη μουσική, τον Little Richard, τον Chuck Berry και τον Elvis και αργότερα τον Charles Mingus και τον John Coltrane. Ήταν τόση η μανία του για την τζαζ που 1961 η μητέρα του τού χάρισε ένα πλαστικό άλτο σαξόφωνο και άρχισε να κάνει μαθήματα μουσικής. Ένα χρόνο αργότερα, σε έναν καυγά στο σχολείο για ένα κορίτσι, έφαγε μια μπουνιά από τον φίλο του τον George και το αριστερό μάτι του τραυματίστηκε σοβαρά. 


Έτσι απέκτησε δυο διαφορετικών χρωμάτων μάτια που από τότε έγιναν ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του. Το άλλο ήταν η ψιλόλιγνη φιγούρα του, «σαν οδοντογλυφίδα», που δεν άλλαξε ποτέ, δίνοντάς του τη δυνατότητα να αλλάξει αμέτρητα στυλ, να κάνει ίσως τις πιο εκκεντρικές τις εμφανίσεις της δεκαετίας του ’70 και να είναι ένας από τους πιο στυλάτους και καλοντυμένους καλλιτέχνες των τελευταίων 40 χρόνων. Παρόλο που κινδύνεψε να τυφλωθεί, με τον George παρέμειναν καλοί φίλοι και μάλιστα ήταν ο άνθρωπος που έφτιαξε τα artwork για τα πρώτα άλμπουμ του.         

Η καριέρα του ξεκίνησε με το ομώνυμο άλμπουμ του το 1967, που κυκλοφόρησε την ίδια μέρα με το Sgt Pepper’s Lonely Hearts Club Band των Beatles και ήταν εμπορική αποτυχία, ενώ με τα ’60s τα αποχαιρέτησε με το –για δεύτερη φορά- ομώνυμο άλμπουμ του, το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Space Oddity λόγω της επιτυχίας του single. Το Space Oddity δεν ήταν μόνο το πρώτο κομμάτι που τον ανέβασε ψηλά στα τσαρτ, αλλά και αυτό που σύστησε στο κοινό τον φανταστικό χαρακτήρα του Major Tom, έναν αστροναύτη που ταξίδευε στο διάστημα και έκανε την εμφάνισή του σε κομμάτια από διάφορες φάσεις της καριέρας του, από το Ashes to Ashes στα ’80s, το Hello Spaceboy με τους Pet Shop Boys στα ’90s και πρόσφατα στο Blackstar, το κύκνειο άσμα του. Η βασική επιρροή του ήταν η ταινία του Κιούμπρικ, 

Η Οδύσσεια του Διαστήματος, και το βασικό μοτίβο της εισαγωγής του βασίστηκε στο Also sprach Zarathustra -το μουσικό θέμα της ταινίας. Στο ξεκίνημα των ’70s άφησε πίσω του τις φολκ επιρροές και βούτηξε στο σκληρό ροκ και το μέταλ με το The Man Who Sold the World, έναν δίσκο σταθμό για την εξέλιξη της ροκ, για διάφορους λόγους. Ήταν η πρώτη φορά που γνώρισε επιτυχία το γκλαμ ροκ –ο ήχος που χάλασε κόσμο στην Βρετανία τα επόμενα χρόνια, ενώ η σκοτεινιά και η απελπισία ήταν η αρχή ολόκληρου του κύματος του goth rock και του darkwave που υιοθέτησαν γκρουπ όπως οι Siouxsie and the Banshees, οι Cure και ο Gary Numan.

Αισθητικά είχε ήδη αρχίσει να «ξεφεύγει» από την εποχή του Space Oditty με εκκεντρικές εμφανίσεις που κορυφώθηκαν την εποχή του Ziggy Stardust. Οι μεταμφιέσεις του έγιναν συνώνυμες με το όνομά του όσο και η μουσική του και μέχρι και την δεκαετία του ’80 που άρχισε να κυκλοφορεί σαν δανδής δημιούργησε στυλιστική επανάσταση.   

Στo Honky Dory του 1971 ανακάλυψε την power pop, και η θρυλική εμφάνισή του στο Top of The Pops στις 6 Ιουλίου 1972 ήταν η αφορμή για την παραζάλη που ακολούθησε στα περιοδικά και τις εφημερίδες της εποχής. Ο διευθυντής του CQ, ο Dylan Jones, χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη εμφάνισή του «αυτή που τον μετέτρεψε σε σταρ και ρίζωσε την περσόνα του Ziggy Stardust στο υποσυνείδητο του έθνους. Ο ήχος των προαστίων είχε γίνει ξαφνικά πολύ πιο δυνατός». 

Το εξωγήινο alter ego του που δανειζόταν στοιχεία από τους Mod και το γιαπωνέζικο καμπούκι και είχε εμφανιστεί στο Λονδίνο εκείνη την άνοιξη, πάνω στην σκηνή δημιουργούσε το πιο θεαματικό και πρωτοποριακό σόου που είχε γίνει ποτέ. Ακόμα και σήμερα παραμένει εντυπωσιακό.

Το The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders From Mars ήταν η πρώτη καλλιτεχνική επιτυχία του, τον έκανε σούπερ σταρ και τον πέρασε στην κατηγορία του ροκ μύθου. Ακολούθησαν τα Aladdin Sane, Pin Ups, Diamond Dogs, το νούμερο ένα του Fame από το Young Americans, το avant-garde άλμπουμ Station To Station με την επιτυχία Golden Years και μετά το Low και το Heroes, το Lodger και το Scary Monsters (And Super Creeps), μια σειρά από άλμπουμ που σημάδευαν κάθε χρονιά και στα οποία συνέχισε να μεταμορφώνεται μουσικά και εμφανισιακά. 

Την περίοδο του Βερολίνου με τον Eno έκανε τόνους ναρκωτικά και καλλιέργησε ακόμα περισσότερο το ανδρόγυνο ως άποψη.   Μετά ήρθε το Cat People από την ομώνυμη ταινία και το Let’s Dance, ένας ποπ δίσκος που του χάρισε την πρώτη νούμερο ένα επιτυχία στην Αμερική και έγινε το πιο πετυχημένο άλμπουμ του. Με το Cat People και το funk του Nile Rogers γνώρισα τον Ντέιβιντ Μπόουι και το Let’s Dance ήταν ο πρώτος του δίσκος που αγόρασα (όπως είπε και ένας φίλος το πρωί "πολύ λογικό, τα ’80s ήταν τα δικά μας ’60s").   

Νομίζω ότι από το Tonight και μετά δεν ξανάκουσα νέο άλμπουμ του. Άρχισα να ψάχνω τα παλιά (είχε και τόσα σημαντικά άλμπουμ, τι να πρωτοδιαλέξεις…) και μέχρι το Blackstar άκουγα μόνο σποραδικά νέα κομμάτια του. Παρακολούθησα την μετέπειτα καριέρα του και την ζωή του από μακριά -φαντάζομαι ότι σήμερα πολλοί θα επικεντρωθούν σε λεπτομέρειες της ζωή του, στις σχέσεις του και στις γυναίκες που παντρεύτηκε.   

Αυτό που θέλω να αναφέρω είναι οι ανατριχιαστικές οι διαστάσεις που αποκτάει σήμερα το Blackstar όταν αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός ο άνθρωπος που έζησε ως καλλιτέχνης, πέθανε επίσης ως καλλιτέχνης, μεγαλειωδώς. Κανείς από όσους είδαν το βίντεο ή άκουσαν τα κομμάτια δεν μπορούσε να υποψιαστεί ότι όταν τα έφτιαξε ήξερε ότι το τέλος του ήταν κοντά και ότι όλα τα σουρεαλιστικά και ακαταλαβίστικα των στίχων δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας μεγάλος αποχαιρετισμός. Ξανακούγοντας τώρα τα κομμάτια καταλαβαίνεις ότι όλα έχουν μια αναφορά στον θάνατο. Και τα 7.        
«Δεν μπορώ να αποκαλύψω τα πάντα» τραγουδάει στο I Can’t Give Everything Away που κλείνει το άλμπουμ, «Ξέρω ότι κάτι δεν πάει καλά» και συνεχίζει «The blackout hearts, the flowered news / With skull designs upon my shoes», δίνει ενδείξεις ότι είναι δυστυχισμένος και στο ρεφρέν εύχεται απεγνωσμένα να μπορούσε να μοιραστεί το μυστικό του.   

Στο On Dollar Days τραγουδάει για την μετά θάνατον ζωή, συνδέοντάς τη πνευματικά με την Αγγλία «Αν δεν μπορέσω να ξαναδώ τα αγγλικά λιβάδια προς τα οποία τρέχω ολοταχώς, τότε αυτό είναι ασήμαντο για μένα». Στο Tis a Pity She Was a Whore and Sue (Or in a Season of Crime) -που βασίζεται σε ένα θεατρικό του 17ου αιώνα του John Ford- ακούγονται οι στίχοι «Τηλεφώνησαν απ’ την κλινική, οι ακτινογραφίες είναι καλές, σε έφερα σπίτι», και στη συνέχεια αναφέρεται σε ταφόπλακες και θάνατο.   

Ο θόρυβος που δημιούργησε το ομώνυμο κομμάτι όταν κυκλοφόρησε το βίντεο με τις φήμες ότι είχε αναφορές στο ISIS διαλύονται όταν ακούς πια το σπαρακτικό «Δεν είμαι ποπ σταρ, είμαι ένα μαύρο αστέρι». Και δεν είναι τυχαίο που το εξώφυλλο του δίσκου του δεν έχει φωτογραφία του. αλλά απλά ένα μοναχικό μαύρο αστέρι, πιο μινιμαλιστικό από οτιδήποτε είχε ποτέ artwork του. «Είναι ένα συμβολικό ταξίδι από τον έναν κόσμο στον άλλο» γράφουν στην Guardian. Νομίζω ότι είναι το πρώτο άλμπουμ του που δεν έχει πορτρέτο του.     

Στο Lazarus τραγουδάει «δες με, είμαι στον παράδεισο. Θα είμαι ελεύθερος, σαν ένα γαλαζοπούλι, ω, θα είμαι ελεύθερος και θα είμαι μόνο ο εαυτός μου». Είναι μια αισιόδοξη ματιά για το θάνατο, θα είναι απελευθερωμένος από την αρρώστια και τους πόνους, αλλά και μια υπόσχεση ότι θα ξαναγυρίσει στη ζωή σαν το Λάζαρο, έστω και συμβολικά, κλείνοντας το μάτι στην αθανασία. Την καλλιτεχνική.     «I’m dying to push their backs against the grain / And fool them all again and again» τραγουδάει στο Dollar Days.   

Ο θάνατός του ήταν τόσο μεγάλο σοκ γιατί κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι πεθαίνουν οι μύθοι, ότι με τις υπερφυσικές δυνάμεις τους κάπως καταφέρνουν να την σκαπουλάρουν και θα είναι για πάντα εδώ.   Και δεν είναι εντελώς ψέμα. Οι μύθοι δεν πεθαίνουν ποτέ, σε συνοδεύουν ως το τέλος του δικού σου κόσμου.    





‪#‎RIPDavidBowie‬



Δημοσίευση σχολίου